
Οι θρυλικοί Jethro Tull έρχονται στην Τεχνόπολη
Jethro Tull: Το βρετανικό συγκρότημα θα εμφανιστεί τον Σεπτέμβριο στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, στο Γκάζι.
Jethro Tull: Το συγκρότημα έρχεται στην Αθήνα, για μία ιστορική συναυλιακή συγκυρία, μάρτυρες της οποίας θα γίνουν όσοι δώσουν το παρόν το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων.

Οι Jethro Tull είναι ένα βρετανικό progressive rock συγκρότημα, το οποίο σχηματίστηκε το 1967 στο Μπλάκπουλ της Αγγλίας. Μόνιμο μέλος, συνθέτης και τραγουδιστής του συγκροτήματος από την ίδρυση τους μέχρι σήμερα είναι ο Ίαν Άντερσον. Έχουν κυκλοφορήσει 21 στούντιο άλμπουμ, εκ των οποίων δύο ανέβηκαν στην κορυφή των αμερικανικών charts και ένα στα αντίστοιχα βρετανικά, ενώ 16 δίσκοι τους έχουν βραβευθεί ως χρυσοί ή πλατινένιοι.

Το 1967, το συγκρότημα του Ίαν Άντερσον, John Evan Band μετακόμισε από το Μπλάκπουλ στο Λούτον.Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα, τα περισσότερα μέλη του επταμελούς σχήματος αποχώρησαν αφήνοντας μόνο τον Άντερσον και τον μπασίστα Γκλεν Κόρνικ. Μετά την προσθήκη του κιθαρίστα Μικ Άμπρααμς και του ντράμερ Κλάιβ Μπάνκερ, το συγκρότημα μετονομάστηκε σε Jethro Tull, όνομα του πρωτοπόρου γεωργού του 18ου αιώνα. Λίγο αργότερα, υπέγραψαν συμβόλαιο με την εταιρεία “Chrysalis” και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο “Sunshine Day” σε παραγωγή του Ντέρεκ Λώρενς, στις 16 Φεβρουαρίου 1968.
Το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο “This Was” κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1968 ανεβαίνοντας στο # 10 των βρετανικών τσαρτ.Μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ο Άμπρααμς αποχώρησε από το συγκρότημα λόγω έντονων διαφωνιών που είχε με τον Ίαν Άντερσον. Αντικαταστάθηκε για ένα διάστημα τριών εβδομάδων από τον μετέπειτα κιθαρίστα των Black Sabbath, Τόνι Αϊόμι, με τον οποίο στη σύνθεση τους πραγματοποίησαν μία εμφάνιση στο “The Rolling Stones Rock and Roll Circus”, το Δεκέμβριο του 1968. Μετά από ένα μικρό διάστημα με τον Ντέιβιντ Ο’Λιστ στην κιθάρα, οριστικός αντικαταστάτης του Άμπρααμς έγινε ο Μάρτιν Μπαρ.

Με τη νέα σύνθεση οι Jethro Tull κυκλοφόρησαν στις 25 Απριλίου 1969 το πρώτο τους επιτυχημένο σινγκλ, “Living in the Past”, το οποίο έφθασε στο # 3 στη Μεγάλη Βρετανία, ακολουθούμενο από άλλη μία Top-10 επιτυχία, το “Sweet Dream”. Τον Αύγουστο του 1969 κυκλοφόρησε ο δίσκος “Stand Up” ο οποίος έφθασε στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ, για να ακολουθήσουν και άλλα επιτυχημένα τραγούδια όπως τα “The Witch’s Promise” (# 4) και “Life Is a Long Song” (# 11).
Την επόμενη χρονιά προστέθηκε στη σύνθεση του συγκροτήματος ο κιμπορντίστας Τζον Έβαν, με τον οποίο κυκλοφόρησαν το δίσκο “Benefit”. Στα τέλη του 1970, ο μπασίστας Γκλεν Κόρνικ αντικαταστάθηκε από τον Τζέφρι Χάμοντ, αδελφικό φίλο του Άντερσον.Με αυτή τη σύνθεση το συγκρότημα κυκλοφόρησε έναν από τους σπουδαιότερους δίσκους του, το “Aqualung”, στις 19 Μαρτίου 1971, ανεβαίνοντας στο Top-10 και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ο Κλάιβ Μπάνκερ παραιτήθηκε για να αντικατασταθεί από τον Μπάριμορ Μπάρλοου, με τον οποίο κυκλοφόρησαν το δίσκο “Thick As A Brick”, ένα άλμπουμ το οποίο αποτελούνταν από ένα μόνο τραγούδι διάρκειας 43 λεπτών και 46 δευτερολέπτων.[14] Ο δίσκος ανέβηκε στην κορυφή των αμερικανικών τσαρτ, ακολουθούμενος τον Ιούνιο του 1972 από τη συλλογή “Living in the Past”, η οποία έφθασε ως το # 3.
Το 1973 κυκλοφόρησαν το δίσκο “A Passion Play”, το δεύτερο και τελευταίο # 1 του συγκροτήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, το οποίο παρ’ όλη την εμπορική του επιτυχία έλαβε αρνητικές κριτικές. Ακολούθησε το “War Child” τον Οκτώβριο του 1974 το οποίο ανέβηκε στο # 2 του Billboard, ωθούμενο από την επιτυχία του σινγκλ “Bangle in the Jungle”. Κατά την περιοδεία για την προώθηση του “War Child” το συγκρότημα συνοδευόταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1975, οι Jethro Tull κυκλοφόρησαν το χρυσό “Minstrel in the Gallery” του οποίου οι στίχοι χαρακτηρίστηκαν “κυνικοί και πικρόχολοι” λόγω του ότι το διάστημα της συγγραφής του δίσκου ο Ίαν Άντερσον έπαιρνε διαζύγιο από την πρώτη του σύζυγο. Στην περιοδεία που ακολούθησε, ο Ντέιβιντ Πάλμερ εντάχθηκε στη σύνθεση του συγκροτήματος ως δεύτερος κιμπορντίστας, ενώ μετά την το τέλος της περιοδείας ο μπασίστας Τζέφρι Χάμοντ αποχώρησε για να αντικατασταθεί από τον Τζον Γκλάσκοκ.[19]
Με τη νέα σύνθεση το συγκρότημα κυκλοφόρησε το δίσκο “Too Old to Rock ‘n’ Roll: Too Young to Die!”, ένα ακόμη concept άλμπουμ του οποίου οι στίχοι αφορούσαν ένα οπαδό της ροκ μουσικής ο οποίος γερνώντας βλέπει την αντιμετώπιση του κόσμου προς αυτόν να αλλάζει.
Το Φεβρουάριο του 1977 κυκλοφόρησαν το τελευταίο Top-10 άλμπουμ τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τίτλο “Songs from the Wood”, το πρώτο από μία τριάδα δίσκων με ιδιαίτερα εμφανείς τις φολκ επιρροές.
Η progressive rock, περήφανη για τα άξια τέκνα της, βρίσκει μια για πάντα στο Locomotive Breath και το Hymn 43 τους ύμνους που θα τραγουδηθούν από χιλιάδες fans παγκοσμίως. Μέσα από μια μουσική πορεία 5 δεκαετιών, ο ήχος των Jethro Tull ταξίδεψε από τα blues και τη jazz, την progressive αλλά και την ορθόδοξη rock, μέσα από τα folk ηχοτόπιά τους.